Επικαιρότητα

Guardian: «Τα μάρμαρα του Παρθενώνα χάνουν την ισχύ τους στο Βρετανικό Μουσείο»

Guardian: «Τα μάρμαρα του Παρθενώνα χάνουν την ισχύ τους στο Βρετανικό Μουσείο» «Τι μπορείς να κάνεις με την πιο όμορφη τέχνη του κόσμου; Πού ανήκει; Πώς πρέπει να φροντίζεται και να εμφανίζεται;» είναι τα βασικά ερωτήματα με τα οποία «ανοίγει» ο αρθρογράφος της βρετανικής εφημερίδας Guardian, Τζόναθαν Τζόουνς, την αυλαία του ζητήματος της επιστροφής των μαρμάρων.

Κλείνει το μάτι στην επιστροφή μια εβδομάδα μετά την επίσκεψη του Dr. Salvatore Lo Sicco, λέκτορα του Πανεπιστημίου του Southampton, στην Αθήνα και έξι, περίπου, μήνες μετά την ψηφοφορία της Guardian, όπου το 88% είχε ψηφίσει υπέρ της επιστροφής των μαρμάρων στην Ελλάδα.

Ο Τζόουνς τάσσεται φανερά, από τη μια, υπέρ της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα θέτοντας το χώρο του μουσείου της Ακρόπολης ως βασικό «σύμμαχο» της επιχειρηματολογίας του. Από την άλλη όμως «βλέπει» και μια άλλη λύση. Εκείνη που «συναντά» το δρόμο της χρηματοδότησης από το Βρετανικό Μουσείο ώστε η σπουδαιότητα των γλυπτών να αναδεικνύεται καλύτερα.

Καταθέτοντας την προσωπική του εμπειρία, ο αρθρογράφος αναφέρει: «Την πρώτη φορά που επισκέφτηκα τον Παρθενώνα μαγεύτηκα από τη μοναδική φωτεινότητα και τελειότητά του. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα γιατί πρέπει τα γλυπτά του Παρθενώνα να βρίσκονται στην Αθήνα. Δεν με ενδιαφέρει ο εθνικισμός, αλλά σημασία έχει η καλύτερη προβολή αυτής της καταπληκτικής τέχνης ώστε όλοι να αντιληφθούν την ισχύ της. Ο διάλογος γύρω από τα Ελγίνεια μάρμαρα έχει μετατρέψει την τέχνη σε ιδεολογικό παιχνίδι».

Προτάσσοντας το μουσείο της Ακρόπολης ως ένα ηχηρό ατού υπέρ της επιστροφής, ο Τζόουνς αναφέρει:

«Το 2009 άνοιξε ένα μουσείο -έργο τέχνης, κάτω από το λόφο της Ακρόπολης.»

Συνεχίζοντας το συλλογισμό του θέτει ένα βασικό ερώτημα:« Που πραγματικά ανήκουν τα γλυπτά; Για να είναι σωστή και δίκαιη η απάντηση θα πρέπει να ξεκινήσω από την αρχική μου φράση: ότι είναι η ωραιότερη τέχνη του κόσμου. Λίγοι είναι οι αντίπαλοι ( Λεονάρντο Ντα Βίντσι, Μιχαήλ Άγγελος) της καλλιτεχνικής αυτής επιτυχίας».

Με ξεκάθαρη ματιά θαυμασμού, ο αρθρογράφος προσθέτει: «Τα γλυπτά του Παρθενώνα δημιουργήθηκαν 2.000 χρόνια πριν τα αριστουργήματα της Αναγέννησης. Έχουν ζωή, ενέργεια, ηρεμία και μεγαλοπρέπεια. Οι ανακλινόμενες θεές από το ανατολικό αέτωμα, για παράδειγμα, αποδίδουν τρομακτικά τη σύνθεση της μάζας και της χάρης, ενώ μοιάζουν περισσότερο με όνειρα παρά με αντικείμενα.»

Παράλληλα, διακρίνει τις «φλέβες που ξεχωρίζουν από τα πλευρά ενός κενταύρου, το πάθος των ζώων που κοιτάζουν τον ουρανό καθώς οδηγούνται προς θυσία». Τα στοιχεία αυτά, κατά τον αρθρογράφο, συνθέτουν μια ιδιαίτερη ομορφιά που τη συναντά κανείς καλλιτεχνικά μόνο στην περίοδο της Αναγέννησης.

Εντάσσοντας τη σύγκριση στο βασικό κορμό της επιχειρηματολογίας του, ο Τζόουνς αναφέρει: «Εάν οι τοιχογραφίες της Καπέλα Σιξτίνα είχαν αποσπαστεί από την οροφή τους τον 19ο αιώνα και κρεμόντουσαν στους τοίχους της Εθνικής Πινακοθήκης του Λονδίνου, θα τις εκτιμούσαμε τόσο;. Η απάντηση είναι όχι και αυτό γιατί θα ήταν πιο δύσκολο να αντιληφθούμε την πραγματική δύναμη των έργων του Μιχαήλ Άγγελου, θα χάναμε τη συγκίνηση που διαπερνά το λαιμό και τον ενθουσιασμό του να διασχίζουμε το Βατικανό για να δούμε τα έργα αυτά».

Ο αρθρογράφος προβάλλοντας, ταυτόχρονα, ένα κάπως διαφορετικό συμπέρασμα αναφέρει: «Η πικρή αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί κανείς την τελειότητα των γλυπτών του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο. Εκτίθενται σε έναν γκρίζο και νεοκλασικό χώρο, όπου οι πέτρες του τοίχου του δεν δημιουργούν τόσο μεγάλη αντίθεση με τα λίθινα έργα τέχνης»

Ο Τζόουνς δίνοντας τη «χαριστική βολή», συμπληρώνει: «Πρόκειται για μια νεκρή αίθουσα όπου θάβεται η σπουδαιότητα της ελληνικής τέχνης αντί να φωτίζεται».

Εκτός από το δρόμο της επιστροφής ο αρθρογράφος προτείνει και μια άλλη λύση: «Εάν το Βρετανικό Μουσείο επιθυμεί να κρατήσει τα αριστουργήματα αυτά θα πρέπει να βρει τα χρήματα ώστε να τα προβάλλει με έναν διαφορετικό και σύγχρονο τρόπο».

Το «πλεονέκτημα» της Αθήνας

Παράλληλα, επιστρέφοντας στην αφετηρία της σκέψης του δηλώνει: «Μια άλλη λύση θα ήταν να επιστραφούν τα έργα στην Ελλάδα, που διαθέτει ένα μοντέρνο μουσείο, ιδανικό για να τα προβάλλει. Εκείνο που έχει σημασία στο μουσείο της Ακρόπολης είναι ότι διακρίνει κανείς καθαρά το πώς τα γλυπτά τοποθετήθηκαν στο κτίριο και πώς λειτουργούν συνολικά. Συγκριτικό πλεονέκτημα έχει, ακόμη, η Αθήνα σε σχέση με το Λονδίνο όσον αφορά στη θέαση του Παρθενώνα μέσα από τον γυάλινο τοίχο του μουσείου της Ακρόπολης. Η τέχνη συνδέεται αισθησιακά με την αρχιτεκτονική της ‘οικείας’ της».

Από την άλλη, όμως, ο Τζόουνς βάζοντας νερό στο βρετανικό «κρασί» αναφέρει: «Ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής επιχειρηματολογίας παραμένει αναληθές ή και άδικο. Στο μουσείο της Ακρόπολης, για παράδειγμα, υπάρχει βίντεο που κατηγορεί τον Έλγιν για αρπαγή των γλυπτών. Τα πράγματα δεν είναι, όμως τόσο απλά. Θα πρέπει να αναγνωριστεί η άρτια φυσική κατάσταση των γλυπτών μέσα στο Βρετανικό Μουσείο, σε αντίθεση με την Αθήνα, όπου έχουν παρατηρηθεί αλλοιώσεις από τη ρύπανση.»

Να σημειωθεί ότι όχι μόνο ηθοποιοί, λέκτορες και δημοσιογράφοι, αλλά και βρετανοί τουρίστες έδωσαν πριν από μερικές εβδομάδες «φωνή» στα μάρμαρα λέγοντας πως : «αξίζει να βρίσκονται στο Μουσείο της Ακρόπολης».

 

Πηγή:http://www.in.gr