Επικαιρότητα

Θησαυροί της φύσης κρυμμένοι στην Αθήνα

Θησαυροί της φύσης κρυμμένοι στην Αθήνα Είναι δύο από τα παλαιότερα μουσεία της Αθήνας. Λειτουργούν περισσότερο από έναν αιώνα, ωστόσο δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά στο ευρύ κοινό. Το Ζωολογικό και το Βοτανικό Μουσείο του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών προσφέρουν ένα ενδιαφέρον και -σε κάποιες περιπτώσεις- σπάνιο υλικό, που βοηθά τον επισκέπτη να αποκτήσει μια ολοκληρωμένη εικόνα για τον φυσικό πλούτο της Ελλάδας. Με ζωή που ξεπερνά τα 130 χρόνια, το Ζωολογικό Μουσείο είναι το πρώτο και πληρέστερο του είδους του στη χώρα. Καμηλοπαρδάλεις, λιοντάρια και μία άλκη «υποδέχονται» τον επισκέπτη, αλλά και τους εκατοντάδες μαθητές που ξεναγούνται κάθε χρόνο στον χώρο του μουσείου. Προχωρώντας στους διαδρόμους αποκαλύπτονται οι θησαυροί του: ένας λευκός καρχαρίας μήκους 6 μέτρων, ένα φεγγαρόψαρο που αιωρείται από το ταβάνι, ένα διαβολόψαρο που αλιεύθηκε στον Σαρωνικό κόλπο το 1998, αλλά και ο σκελετός μιας ρυγχοφάλαινας μήκους 8,3 μέτρων που αγόρασε το μουσείο από έναν έμπορο στο Λονδίνο το 1880. Κροκόδειλοι του Νείλου, ένας βασιλικός πιγκουίνος και ένας θαλάσσιος ίππος, πολικές αρκούδες, αλλά και ζώα με ονόματα περίεργα στο άκουσμα, όπως ταμαντούα, παγκολίνος της Ιάβας, νουμπάτ και γιγάντιο ουάλαμπι, αποτελούν μέρος των συλλογών του μουσείου, όπου περιλαμβάνονται 500 μικρά και μεγάλα θηλαστικά από την Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο, 2.500 πουλιά -στα οποία εντάσσονται όλα τα είδη της χώρας- 1.000 ερπετά, αμφίβια, αλλά και ένας σημαντικός αριθμός ασπόνδυλων.

Οι ορνιθόρυγχοι και οι έχιδνες της Αυστραλίας, που θεωρούνται από τα πιο πρωτόγονα θηλαστικά, αλλά και πολλά σπάνια είδη, όπως ένας λίγκας που σκοτώθηκε στη Πάρνηθα το 1867, είδος που σήμερα έχει πιθανότατα εξαφανιστεί από την Ελλάδα, όπως και ο αγριόγαλλος, ένα πτηνό που εξαφανίστηκε στις αρχές του αιώνα, αποτελούν ορισμένα από τα σπάνια εκθέματα του Ζωολογικού Μουσείου.

Από δωρεές

«Τα περισσότερα εκθέματα είναι παλιά και πολλά προέρχονται από δωρεές. Ορισμένα, μάλιστα, είναι θηράματα που είχε πιάσει το προσωπικό του μουσείου τον 19ο αιώνα. Πολύ σημαντικά είναι τα εκθέματα που προέρχονται από τη συλλογή που είχε στην Αγγλία ο εφοπλιστής Γιώργος Παπαλιός. Δώρισε τη συλλογή του στο μουσείο πριν από 10 χρόνια και σ’ αυτήν περιλαμβάνονται εκθέματα όπως ένα μεγάλο ελάφι, ένα τσιτάχ, αλλά και τα διοράματα», εξηγεί ο Αναστάσιος Λεγάκις, αναπληρωτής καθηγητής στον τομέα Ζωολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Κάθε χρόνο επισκέπτονται το μουσείο περίπου 10.000 μαθητές, κυρίως της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, και όπως αναφέρει ο καθηγητής, «τα παιδιά μόλις αντικρίσουν τα εκθέματα ενθουσιάζονται και είναι γεγονός πως πολλά σχολεία μάς προτιμούν». Ωστόσο, οι μεμονωμένοι επισκέπτες είναι ελάχιστοι, καθώς το μουσείο δεν βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Για τον λόγο αυτό γίνονται προσπάθειες να δημιουργηθεί ένα μεγαλύτερο μουσείο σε κεντρικό σημείο της Αθήνας, στο οποίο θα μεταφερθούν εκθέματα από όλα τα μουσεία του πανεπιστήμιου. Μέχρι τότε όμως θα πρέπει να έχει λυθεί ένα από τα βασικά προβλήματά του: η έλλειψη προσωπικού.

Βοτανικός παράδεισος

Δίπλα στο Ζωολογικό Μουσείο, ένα δεύτερο, το Βοτανικό Μουσείο του πανεπιστημίου, στεγάζει από το 1997 τη μόνιμη έκθεση «Αττικό τοπίο και περιβάλλον», που στόχο έχει την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση μαθητών, φοιτητών και του ευρύτερου κοινού σε θέματα που αφορούν το περιβάλλον. «Δυστυχώς, επικρατεί μια λανθασμένη λογική στο κοινό για τα βοτανικά πανεπιστημιακά μουσεία. Ο επισκέπτης περιμένει πως θα δει εκθέματα που αφορούν τη χλωρίδα, όμως όλα τα αποξηραμένα δείγματα φυτών βρίσκονται σε ερμάρια και δεν είναι προσβάσιμα στο κοινό, καθώς χρησιμοποιούνται μόνο για ερευνητικούς σκοπούς», επισημαίνει ο επιμελητής του μουσείου Δημήτρης Καζάνης.

Στο πλαίσιο της έκθεσης ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να δει όλες τις αλλαγές που υπέστη το Λεκανοπέδιο με την πάροδο των χρόνων, καθώς και την πορεία της πληθυσμιακής αύξησης, με τις επιπτώσεις που επιφέρει στο σύγχρονο περιβάλλον. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της έκθεσης είναι ότι δεν έχει μουσειακό χαρακτήρα, καθώς όλο το υλικό είναι είτε φωτογραφικό είτε υπό μορφή μακέτας ή προπλάσματος. Στην ενότητα «Φυσικό περιβάλλον» παρουσιάζεται πλούσιο υλικό που αφορά τομείς όπως η γεωλογία, το κλίμα, η βοτανική και η ζωολογία, ενώ γίνεται ειδική αναφορά σε βιότοπους της Αττικής και σε περιοχές που βρίσκονται υπό καθεστώς προστασίας, όπως οι Εθνικοί Δρυμοί. Ενα ιδιαίτερα ενδιαφέρον τμήμα είναι αυτό που αφορά την ανατροπή της οικολογικής ισορροπίας, αλλά και την αναγέννηση των μεσογειακών δασών. Μέσα από μακέτες παρουσιάζονται οι επιπτώσεις που προκαλούν στο περιβάλλον οι βιομηχανίες και τα λατομεία, οι πυρκαγιές και οι χωματερές. «Οι μαθητές που επισκέπτονται το μουσείο εντυπωσιάζονται ιδιαίτερα από την αντιπαράθεση εικόνων της σημερινής Αθήνας με τις γκραβούρες του 18ου και του 19ου αιώνα, όπου απεικονίζονται τοπία της Αττικής. Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι θέτουν ερωτήσεις και προβληματίζονται σχετικά με τον ελεύθερο χώρο, το πράσινο και την αστυφιλία», αναφέρει ο Δ. Καζάνης.

 

Πηγή:http://www.real.gr